spack
spack
spak
spak
sparkslackspickstack

Ορισμός και σημασία του "spack"στα αγγλικά

01

ένας ανίκανος, ένας αδέξιος

a person regarded as stupid, incompetent, or clumsy 
spack definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
spacks
Παραδείγματα
That spack can't even tie his shoes. 

Αυτός ο spack δεν μπορεί καν να δέσει τα παπούτσια του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store