serf
serf
sɜ:f
σερφ
serif

Ορισμός και σημασία του "serf"στα αγγλικά

01

δουλοπάροικος, σκλάβος

a person treated or spoken of as low-status, submissive, or lacking personal independence 
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
serfs
Παραδείγματα
He talks to his staff like they're serfs. 

Μιλάει στο προσωπικό του σαν να είναι δουλοπάροικοι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

serfdom
serfhood
serflike
serf
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store