scobberlotcher
sco
ˈskɒ
σκο
bber
μπα
lot
λο
cher
ʧə
τσα

Ορισμός και σημασία του "scobberlotcher"στα αγγλικά

Scobberlotcher
01

τεμπέλης, οκνηρός

a person habitually lazy, idle, or unwilling to work 
Dialectbritish flagBritish
scobberlotcher definition and meaning
αποδοκιμαστικό
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scobberlotchers
Παραδείγματα
The scobberlotcher slept all day while others worked. 

Ο scobberlotcher κοιμήθηκε όλη μέρα ενώ οι άλλοι δούλευαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store