plonker
plon
ˈplɒn
plon
ker
ka
ka
plunker

Ορισμός και σημασία του "plonker"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, αδέξιος

a person foolish, incompetent, or clumsy 
Dialectbritish flagBritish
plonker definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
plonkers
Παραδείγματα
Don't be a plonker and drop the whole tray. 

Μην είσαι plonker και μην αφήσεις να πέσει ολόκληρο το δίσκο.

Λεξικό Δέντρο

plonker
plonk
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store