Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pisskidney
01
ένας άχρηστος, σκουπίδι
a person considered worthless, disgusting, or contemptible
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pisskidneys
Παραδείγματα
She called him a pisskidney after he stole her lunch.
Τον αποκάλεσε νεφρό ούρων αφού εκείνος έκλεψε το μεσημεριανό της.
Λεξικό Δέντρο
pisskidney
piss
kidney



























