pissface
piss
ˈpɪs
pis
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "pissface"στα αγγλικά

01

πισοπρόσωπος, μαλάκας

a person contemptible or unpleasant 
pissface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pissfaces
Παραδείγματα
Get out of my way, pissface, before I lose it. 

Φύγε από το δρόμο μου, μαλάκα, πριν χάσω την ψυχραιμία μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pissface

piss

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store