peehole
pee
ˈpi:
pi
hole
hoʊl
howl
/pˈiːhəʊl/

Ορισμός και σημασία του "peehole"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητος, εξευτελιστικός

a person treated as contemptible
peehole definition and meaning
Offensive
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peeholes
Παραδείγματα
Nobody defended the peehole remark.
Κανείς δεν υπερασπίστηκε την παρατήρηση για τον περιφρονημένο άνθρωπο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store