juggins
ju
ˈʤʌ
ja
ggins
gɪnz
ginz
/d‌ʒˈʌɡɪnz/

Ορισμός και σημασία του "juggins"στα αγγλικά

01

αφελής, εύπιστος

a gullible, easily fooled, or naive person
Dialectbritish flagBritish
juggins definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jugginses
Παραδείγματα
The juggins trusted the stranger with his phone and got robbed.
Ο τζάγκινς εμπιστεύτηκε το τηλέφωνό του στον ξένο και ληστεύτηκε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store