jamoke
ja
ˈʤæ
moke
moʊk
mowk
/dʒˈaməʊk/

Ορισμός και σημασία του "jamoke"στα αγγλικά

01

ένας ηλίθιος, ένας βλάκας

a fool, idiot, or contemptible person
Dialectamerican flagAmerican
jamoke definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jamokes
Παραδείγματα
She laughed at the jamoke who could n't parallel park.
Γέλασε με τον jamoke που δεν μπορούσε να παρκάρει παράλληλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store