jamoke
ja
ʤə
jē
moke
ˈməʊk
mewk

Ορισμός και σημασία του "jamoke"στα αγγλικά

01

ένας ηλίθιος, ένας βλάκας

a fool, idiot, or contemptible person 
Dialectamerican flagAmerican
jamoke definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jamokes
Παραδείγματα
The jamoke tried to pay with a fake hundred-dollar bill. 

Ο jamoke προσπάθησε να πληρώσει με ένα ψεύτικο χαρτονόμισμα εκατό δολαρίων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store