janded
jan
ˈʤæn
jān
ded
dɪd
did
jaded

Ορισμός και σημασία του "janded"στα αγγλικά

01

παγκοσμιοποιημένος, κοσμοπολίτικος

(Nigerian) describing someone who has lived or traveled abroad, often with foreign influences 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most janded
συγκριτικός βαθμός
more janded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
identity, travel, culture
Παραδείγματα
He's so janded after living in London for five years. 

Είναι τόσο janded μετά από πέντε χρόνια διαμονής στο Λονδίνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store