Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
janded
01
παγκοσμιοποιημένος, κοσμοπολίτικος
(Nigerian) describing someone who has lived or traveled abroad, often with foreign influences
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most janded
συγκριτικός βαθμός
more janded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His janded attitude makes him stand out in the crowd.
Η janded συμπεριφορά του τον κάνει να ξεχωρίζει στο πλήθος.



























