hosebag
hose
ˈhəʊz
hewz
bag
bæg
bāg
hoebag

Ορισμός και σημασία του "hosebag"στα αγγλικά

01

πόρνη, τσούλα

a contemptible, unpleasant, or promiscuous woman 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hosebags
Παραδείγματα
The angry comment labeled the influencer a greedy hosebag. 

Το θυμωμένο σχόλιο χαρακτήρισε τον influencer ως άπληστη πόρνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store