hilding
hil
ˈhɪl
hil
ding
dɪng
ding
hidingholding

Ορισμός και σημασία του "hilding"στα αγγλικά

01

δειλός, άχρηστος

a cowardly, worthless, or contemptible person 
hilding definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hildings
Παραδείγματα
The old poem described the traitor as a base hilding unworthy of honor. 

Το παλιό ποίημα περιέγραφε τον προδότη ως δειλό ανάξιο τιμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store