grimalkin
gri
ˈgrɪ
gri
mal
mal
mal
kin
ˌkɪn
kin
/ɡɹˈɪmɐlkˌɪn/

Ορισμός και σημασία του "grimalkin"στα αγγλικά

01

γριά κακιά, γριά μάγισσα

an unpleasant, bad-tempered, or shrewish old woman
grimalkin definition and meaning
Dated
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grimalkins
Παραδείγματα
Children feared the grimalkin at the end of the lane.
Τα παιδιά φοβούνταν την γκρινιάρα γριά στο τέλος του δρομίσκου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store