Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grimalkin
01
γριά κακιά, γριά μάγισσα
an unpleasant, bad-tempered, or shrewish old woman
Dated
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grimalkins
Παραδείγματα
Children feared the grimalkin at the end of the lane.
Τα παιδιά φοβούνταν την γκρινιάρα γριά στο τέλος του δρομίσκου.



























