grimalkin
gri
grɪ
gri
mal
ˈmæl
māl
kin
kɪn
kin

Ορισμός και σημασία του "grimalkin"στα αγγλικά

01

γριά κακιά, γριά μάγισσα

an unpleasant, bad-tempered, or shrewish old woman 
grimalkin definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
grimalkins
θηλυκό ενικό
grimalkin
neutral form
curmudgeon
Παραδείγματα
The fairy tale featured a wicked grimalkin living alone in the cottage. 

Το παραμύθι περιελάμβανε μια κακιά γκριμάλκιν που ζούσε μόνη στο εξοχικό σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store