flameout
flame
ˈfleɪm
fleim
out
aʊt
awt
/flˈeɪmaʊt/

Ορισμός και σημασία του "flameout"στα αγγλικά

01

θορυβώδης αποτυχία, κατάρρευση

a person who fails dramatically or collapses after initial success
flameout definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flameouts
Παραδείγματα
Investors avoided the flameout entrepreneur who burned through millions.
Οι επενδυτές απέφυγαν τον επιχειρηματία αποτυχίας που έκαψε εκατομμύρια.

Λεξικό Δέντρο

flameout

flame

+

out

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store