Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flameout
01
θορυβώδης αποτυχία, κατάρρευση
a person who fails dramatically or collapses after initial success
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flameouts
Παραδείγματα
The startup founder became a flameout after his app crashed on launch day.
Ο ιδρυτής της startup έγινε αποτυχία αφού η εφαρμογή του κατέρρευσε την ημέρα της έναρξης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flameout
flame
out



























