flameout
flame
ˈfleɪm
fleim
out
aʊt
awt
flame-out

Ορισμός και σημασία του "flameout"στα αγγλικά

01

θορυβώδης αποτυχία, κατάρρευση

a person who fails dramatically or collapses after initial success 
flameout definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flameouts
Παραδείγματα
The startup founder became a flameout after his app crashed on launch day. 

Ο ιδρυτής της startup έγινε αποτυχία αφού η εφαρμογή του κατέρρευσε την ημέρα της έναρξης.

Λεξικό Δέντρο

flameout

flame

+

out

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store