fatface
fat
ˈfæt
fāt
face
feɪs
feis
fartface

Ορισμός και σημασία του "fatface"στα αγγλικά

01

χοντρό πρόσωπο, στρογγυλό πρόσωπο

a person with a large or chubby face 
fatface definition and meaning
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatfaces
Παραδείγματα
The kids teased the chubby boy as fatface on the bus. 

Τα παιδιά πείραξαν το παχουλό αγόρι αποκαλώντας το χοντρό πρόσωπο στο λεωφορείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store