fartface
fart
ˈfɑ:t
faat
face
feɪs
feis
fatface

Ορισμός και σημασία του "fartface"στα αγγλικά

01

πρωκτόπροσωπο, κλανιάρικο πρόσωπο

a contemptible or annoying person 
fartface definition and meaning
αποδοκιμαστικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fartfaces
Παραδείγματα
The fartface kid kept making noises during the quiet library study session. 

Ο fartface συνέχισε να κάνει θόρυβο κατά τη διάρκεια της ήσυχης συνεδρίας μελέτης στη βιβλιοθήκη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fartface

fart

+

face

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store