fartface
fart
fɑrt
faart
face
feɪs
feis
/fˈɑːtfeɪs/

Ορισμός και σημασία του "fartface"στα αγγλικά

01

πρωκτόπροσωπο, κλανιάρικο πρόσωπο

a contemptible or annoying person
fartface definition and meaning
Disapproving
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fartfaces
Παραδείγματα
The fartface neighbor let his dog bark nonstop.
Ο γείτονας fartface άφησε το σκυλί του να γαβγίζει ασταμάτητα.

Λεξικό Δέντρο

fartface

fart

+

face

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store