Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
farsighted
01
υπερμετρωπικός, πρεσβυωπικός
having good long-distance vision
Παραδείγματα
She discovered she was farsighted during an eye exam.
Ανακάλυψε ότι ήταν υπερμετρωπική κατά τη διάρκεια μιας εξέτασης οράσεως.
Παραδείγματα
The farsighted decision to invest in renewable energy sources positioned the country as a leader in environmentally conscious practices.
Η προνοητική απόφαση να επενδύσει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τοποθέτησε τη χώρα ως ηγέτη σε πρακτικές με περιβαλλοντική συνείδηση.



























