dweebling
dweeb
ˈdwi:b
dvib
ling
lɪng
ling
dwelling

Ορισμός και σημασία του "dweebling"στα αγγλικά

01

ο σπασίκλας, ο κοινωνικά αδέξιος

a socially awkward, nerdy, or insignificant person 
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dweeblings
Παραδείγματα
The dweebling spent lunch alone building card towers in the cafeteria. 

Ο dweebling πέρασε το μεσημεριανό γεύμα μόνος του χτίζοντας πύργους από κάρτες στην καφετέρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store