ding-head
ding
dɪng
ding
head
hɛd
hed
/dˈɪŋhˈɛd/

Ορισμός και σημασία του "ding-head"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or foolish person
ding-head definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ding-heads
Παραδείγματα
Only a ding-head would wear sandals in the snow.
Μόνο ένας ηλίθιος θα φορούσε σανδάλια στο χιόνι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store