cunning linguist
cu
ˈkʌ
ka
nning
nɪng
ning
ling
lɪng
ling
uist
wɪst
vist

Ορισμός και σημασία του "cunning linguist"στα αγγλικά

Cunning linguist
01

πανούργος γλωσσολόγος, έξυπνος γλωσσολόγος

a clever play on words for someone skilled at cunnilingus 
χιουμοριστικό
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cunning linguists
Παραδείγματα
He introduced himself as a cunning linguist and got laughs. 

Παρουσίασε τον εαυτό του ως πανούργο γλωσσολόγο και προκάλεσε γέλια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store