clanker
clan
ˈklæn
klān
ker
kər
kēr
/klˈaŋkə/

Ορισμός και σημασία του "clanker"στα αγγλικά

01

αδέξιος, ατσούμπαλος

a noisy, clumsy, or foolish person
clanker definition and meaning
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clankers
Παραδείγματα
The old car sounded like it was driven by a clanker.
Το παλιό αυτοκίνητο ακουγόταν σαν να οδηγείται από έναν clanker.

Λεξικό Δέντρο

clanker
clank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store