Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Clanker
01
αδέξιος, ατσούμπαλος
a noisy, clumsy, or foolish person
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clankers
Παραδείγματα
The old car sounded like it was driven by a clanker.
Το παλιό αυτοκίνητο ακουγόταν σαν να οδηγείται από έναν clanker.



























