clanker
clan
ˈklan
klan
ker
clinkercankerclunkerclanger

Ορισμός και σημασία του "clanker"στα αγγλικά

01

αδέξιος, ατσούμπαλος

a noisy, clumsy, or foolish person 
clanker definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clankers
Παραδείγματα
The clanker dropped every plate while clearing the table. 

Ο clanker έριξε κάθε πιάτο καθώς καθάριζε το τραπέζι.

Λεξικό Δέντρο

clanker
clank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store