bullfuck
bull
ˈbʊl
bool
fuck
fʌk
fak

Ορισμός και σημασία του "bullfuck"στα αγγλικά

01

πάλιο, μαλάκας

a contemptible or despicable person 
bullfuck definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bullfucks
Παραδείγματα
That bullfuck cheated everyone out of their savings. 

Αυτός ο κάθαρμα εξαπάτησε όλους παίρνοντας τις οικονομίες τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store