Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brickhead
01
βλάκας, χαζός
a stupid or thick-headed person
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brickheads
Παραδείγματα
The brickhead missed three turn signals in a row.
Ο κεφαλιά τούβλου έχασε τρία φλας στη σειρά.
Λεξικό Δέντρο
brickhead
brick
head



























