Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brickhouse
01
ένα αθλητικό άτομο, ένα γεροδεμένο άτομο
a person with a strong, well-built, and muscular body
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brickhouses
Παραδείγματα
She's a brickhouse; strong and toned.
Είναι ένα τούβλινο σπίτι· δυνατή και γυμνασμένη.
Λεξικό Δέντρο
brickhouse
brick
house



























