brickhouse
brick
ˈbrɪk
brik
house
haʊs
haws
brockhouse

Ορισμός και σημασία του "brickhouse"στα αγγλικά

01

ένα αθλητικό άτομο, ένα γεροδεμένο άτομο

a person with a strong, well-built, and muscular body 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brickhouses
Παραδείγματα
She's a brickhouse; strong and toned. 

Είναι ένα τούβλινο σπίτι· δυνατή και γυμνασμένη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brickhouse

brick

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store