bludger
blu
ˈblʌ
bla
dger
ʤə
trudgerfudgernudger

Ορισμός και σημασία του "bludger"στα αγγλικά

01

τεμπέλης, παράσιτο

a lazy person who avoids work or lives off others 
Dialectbritish flagBritish
bludger definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bludgers
Παραδείγματα
He's a total bludger who hasn't had a job in years. 

Είναι ένας ολοκληρωτικός τεμπέλης που δεν έχει δουλέψει εδώ και χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store