Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bawbag
01
μαλάκας, κάθαρμα
(Scottish) an obnoxious, contemptible, or unpleasant person
Dialect
British
Offensive
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
She called the cheating referee a biased bawbag.
Αποκάλεσε τον απατεώνα διαιτητή μεροληπτικό bawbag.
02
όσχεο, αρχίδια
(Scottish) the scrotum
Dialect
British
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bawbags
Παραδείγματα
After the vasectomy, his bawbag was swollen for days.
Μετά την βαζεκτομή, ο όσχεός του ήταν πρησμένος για μέρες.



























