birdfucker
bird
ˈbɜ:d
μπερντ
fu
ˌfʌ
φα
cker
κα

Ορισμός και σημασία του "birdfucker"στα αγγλικά

01

αχρείος, πονηρός

a despicable or contemptible person 
birdfucker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
birdfuckers
Παραδείγματα
That birdfucker lied straight to the judge's face. 

Αυτός ο πουλί-γαμήστης είπε ψέματα κατευθείαν στο πρόσωπο του δικαστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store