screwed
screwed
skru:d
skrood
screed

Ορισμός και σημασία του "screwed"στα αγγλικά

01

γαμημένος, σε μπελάδες

in serious trouble or a difficult situation 
Dialectamerican flagAmerican
screwed definition and meaning
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most screwed
συγκριτικός βαθμός
more screwed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
If we miss this deadline, we're screwed. 

Αν χάσουμε αυτήν την προθεσμία, είμαστε σε μπελάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store