Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
screwed
01
γαμημένος, σε μπελάδες
in serious trouble or a difficult situation
Dialect
American
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most screwed
συγκριτικός βαθμός
more screwed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's screwed after forgetting her passport at security.
Είναι σε μπελάδες αφού ξέχασε το διαβατήριό της στην ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
screwed
screw



























