butthead
butt
ˈbʌt
bat
head
hɛd
hed
butterhead

Ορισμός και σημασία του "butthead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a person who is acting stupid, annoying, or foolish 
Dialectamerican flagAmerican
butthead definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buttheads
Παραδείγματα
Stop being such a butthead and just share the fries already. 

Σταμάτα να είσαι τέτοιος βλάκας και μοιράσου τις πατάτες ήδη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store