butthole
butt
ˈbət
bēt
hole
hoʊl
howl
/bˈʌtthəʊl/

Ορισμός και σημασία του "butthole"στα αγγλικά

01

κώλος, μαλάκας

a contemptible or unpleasant person
butthole definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buttholes
Παραδείγματα
The butthole customer demanded to speak to the manager over nothing.
Ο πελάτης μαλάκας ζήτησε να μιλήσει με τον διευθυντή χωρίς λόγο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store