Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frig
01
γαμώ, πηγαίνω
to have sex with someone
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frig
γ΄ ενικό πρόσωπο
frigs
ενεστώτα μετοχή
frigging
απλός αόριστος
frigged
παθητική μετοχή
frigged
Παραδείγματα
He bragged about frigging half the girls in the club last weekend.
Κόμπιασε ότι γαμήθηκε με τις μισές κοπέλες στο κλαμπ το περασμένο Σαββατοκύριακο.
02
αυνανίζομαι, αυνανίζω
to masturbate
Dialect
British
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He was caught frigging himself in the office toilet.
Τον πιάσανε να αυνανίζεται στην τουαλέτα του γραφείου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
frigging
frig



























