Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frig
01
γαμώ, πηγαίνω
to have sex with someone
Dialect
British
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frig
γ΄ ενικό πρόσωπο
frigs
ενεστώτα μετοχή
frigging
απλός αόριστος
frigged
παθητική μετοχή
frigged
Παραδείγματα
He tried to frig her on the first date and got slapped.
Προσπάθησε να κάνει σεξ μαζί της στο πρώτο ραντεβού και έφαγε χαστούκι.
02
αυνανίζομαι, αυνανίζω
to masturbate
Dialect
British
slang
vulgar
Παραδείγματα
He admitted he frigs every night before falling asleep.
Παραδέχτηκε ότι αυνανίζεται κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί.
Λεξικό Δέντρο
frigging
frig



























