dumbo
dumbo
dʌmə‌ʊ
damēoo
gumbojumbo

Ορισμός και σημασία του "dumbo"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a dim-witted or unintelligent person 
dumbo definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dumbos
Παραδείγματα
What dumbo forgot to plug in the computer before calling tech support? 

Ποιος χαζός ξέχασε να συνδέσει τον υπολογιστή πριν καλέσει την τεχνική υποστήριξη;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store