sicko
sicko
sɪkə‌ʊ
sikēoo
alnicosashiko

Ορισμός και σημασία του "sicko"στα αγγλικά

01

ψυχικά άρρωστος, εκτρέπων

a perverted, disturbed, or mentally unbalanced person 
sicko definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sickos
Παραδείγματα
The news story described the criminal as a dangerous sicko who needed locking up. 

Η ειδησεογραφική ιστορία περιέγραψε τον εγκληματία ως έναν επικίνδυνο ψυχικά διαταραγμένο που χρειαζόταν κλείδωμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store