lardass
lard
lɑ:d
laad
ass
ɑ:s
aas
lard-ass
lard ass

Ορισμός και σημασία του "lardass"στα αγγλικά

01

χοντρός κώλος, τεμπέλης παχύς

a very overweight or obese person with prominent buttocks, often seen as lazy or sluggish 
Dialectamerican flagAmerican
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lardasses
Παραδείγματα
That lardass can barely fit into the airplane seat without spilling over into mine. 

Αυτός ο χοντρός μετά βίας χωράει στη θέση του αεροπλάνου χωρίς να ξεχειλίζει στη δική μου.

Λεξικό Δέντρο

lardass

lard

+

ass

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store