codling
cod
ˈkɒd
kod
ling
lɪng
ling
coolingcodingcoilingcowling

Ορισμός και σημασία του "codling"στα αγγλικά

01

μικρό μπακαλιάρο, νέο μπακαλιάρο

a young or small codfish 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
codlings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store