codicil
Pronunciation
/kˈɑːdɪsˌɪl/

Ορισμός και σημασία του "codicil"στα αγγλικά

01

κωδίκυλλο, προσθήκη διαθήκης

a legal document added to a will that changes, explains, or adds to its original terms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
codicils
Παραδείγματα
He signed a codicil leaving part of his estate to charity.
Υπέγραψε ένα κωδίκιλο που αφήνει μέρος της περιουσίας του σε φιλανθρωπία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store