codicil
co
ˈkɒ
ko
di
di
cil
sɪl
sil

Ορισμός και σημασία του "codicil"στα αγγλικά

01

κωδίκυλλο, προσθήκη διαθήκης

a legal document added to a will that changes, explains, or adds to its original terms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
codicils
Παραδείγματα
She added a codicil to include her newest grandchild in the inheritance. 

Πρόσθεσε ένα κωδίκιλο για να συμπεριλάβει το νεότερο εγγόνι της στην κληρονομιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store