Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to codify
01
κωδικοποιώ, οργανώνω σε κώδικα
to arrange laws, rules, or principles into a systematic code or set of laws
Transitive: to codify rules or principles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
codify
γ΄ ενικό πρόσωπο
codifies
ενεστώτα μετοχή
codifying
απλός αόριστος
codified
παθητική μετοχή
codified
Παραδείγματα
The legal team recently codified the contract terms for all vendors.
Η νομική ομάδα πρόσφατα κωδικοποίησε τους όρους της σύμβασης για όλους τους προμηθευτές.



























