Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baff
01
κομψά ρούχα, μόνιμα ρούχα
(Nigerian; plural only) stylish or fashionable clothes
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baffs
Παραδείγματα
His baffs make him stand out in a crowd.
Τα baffs του τον κάνουν να ξεχωρίζει στο πλήθος.



























