mampara
Pronunciation
/mæmpˈɑːɹɹə/

Ορισμός και σημασία του "mampara"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

(South African) someone who behaves in a foolish or ridiculous way
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mamparas
Παραδείγματα
She called him a mampara after he dropped the cake.
Τον αποκάλεσε μαμπάρα αφού έριξε το κέικ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store