Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mampara
01
ηλίθιος, βλάκας
(South African) someone who behaves in a foolish or ridiculous way
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mamparas
Παραδείγματα
She called him a mampara after he dropped the cake.
Τον αποκάλεσε μαμπάρα αφού έριξε το κέικ.



























