to klap
klap
klæp
klāp
crapknapfrapslap

Ορισμός και σημασία του "klap"στα αγγλικά

to klap
01

χτυπώ, δέρνω

(South African) to strike, hit, or smack someone or something 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
klap
γ΄ ενικό πρόσωπο
klaps
ενεστώτα μετοχή
klapping
απλός αόριστος
klapped
παθητική μετοχή
klapped
Παραδείγματα
He klapped the ball across the field. 

Αυτός κλάπαρε την μπάλα στο γήπεδο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store