Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to klap
01
χτυπώ, δέρνω
(South African) to strike, hit, or smack someone or something
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
klap
γ΄ ενικό πρόσωπο
klaps
ενεστώτα μετοχή
klapping
απλός αόριστος
klapped
παθητική μετοχή
klapped
Παραδείγματα
They klapped the dog gently to get its attention.
Κλάπαραν απαλά τον σκύλο για να τραβήξουν την προσοχή του.



























