to klap
Pronunciation
/klˈæp/

Ορισμός και σημασία του "klap"στα αγγλικά

to klap
01

χτυπώ, δέρνω

(South African) to strike, hit, or smack someone or something
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
klap
γ΄ ενικό πρόσωπο
klaps
ενεστώτα μετοχή
klapping
απλός αόριστος
klapped
παθητική μετοχή
klapped
Παραδείγματα
They klapped the dog gently to get its attention.
Κλάπαραν απαλά τον σκύλο για να τραβήξουν την προσοχή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store