Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rootable
01
σεξουαλικά ελκυστικός(ή), επιθυμητός(ή) στο κρεβάτι
(Australian) appealing in a sexual way
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rootable
συγκριτικός βαθμός
more rootable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attraction, sexuality, evaluation
Παραδείγματα
She's pretty rootable, don't you think?
Είναι αρκετά γαμήσιμη**, δεν νομίζεις;
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rootable
root



























