rootable
Pronunciation
/ɹˈuːɾəbəl/

Ορισμός και σημασία του "rootable"στα αγγλικά

01

σεξουαλικά ελκυστικός(ή), επιθυμητός(ή) στο κρεβάτι

(Australian) appealing in a sexual way
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rootable
συγκριτικός βαθμός
more rootable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He gave off a rootable vibe at the bar.
Εξέπεμπε μια rootable ατμόσφαιρα στο μπαρ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store