rootable
roo
ˈru:
roo
table
teɪbl
teibl
rotatable

Ορισμός και σημασία του "rootable"στα αγγλικά

01

σεξουαλικά ελκυστικός(ή), επιθυμητός(ή) στο κρεβάτι

(Australian) appealing in a sexual way 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most rootable
συγκριτικός βαθμός
more rootable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She's pretty rootable, don't you think? 

Είναι αρκετά γαμήσιμη**, δεν νομίζεις;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store