Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rootable
01
σεξουαλικά ελκυστικός(ή), επιθυμητός(ή) στο κρεβάτι
(Australian) appealing in a sexual way
Slang
Παραδείγματα
He gave off a rootable vibe at the bar.
Εξέπεμπε μια rootable ατμόσφαιρα στο μπαρ.
Λεξικό Δέντρο
rootable
root



























