to bog in
bog
bɒg
bog
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "bog in"στα αγγλικά

to bog in
01

επιτίθεται στο φαγητό, επιτίθεται

(Australian) to start eating eagerly 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
bog
ενεστώτας
bog in
γ΄ ενικό πρόσωπο
bogs in
ενεστώτα μετοχή
bogging in
απλός αόριστος
bogged in
παθητική μετοχή
bogged in
Παραδείγματα
He bogged in as soon as the food arrived. 

Όρμησε στο φαγητό μόλις έφτασε.

02

αφοσιωθείτε στη δουλειά με ενέργεια, επιτεθείτε με αποφασιστικότητα

(Australian) to tackle a task energetically or with determination 
αργκό
Παραδείγματα
He bogged in to finish the project before the deadline. 

Ξεκίνησε με αποφασιστικότητα να ολοκληρώσει το έργο πριν από την προθεσμία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store