Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gobdaw
01
ανόητος, ηλίθιος
(Irish) a foolish, silly, or pretentious person
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gobdaws
Παραδείγματα
He's acting like a complete gobdaw.
Συμπεριφέρεται σαν ένας εντελώς γκόμπντο.
Λεξικό Δέντρο
gobdaw
gob
daw



























