gobdaw
gob
ˈgɒb
gob
daw
ˌdɔ:
daw

Ορισμός και σημασία του "gobdaw"στα αγγλικά

01

ανόητος, ηλίθιος

(Irish) a foolish, silly, or pretentious person 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gobdaws
Παραδείγματα
He's acting like a complete gobdaw. 

Συμπεριφέρεται σαν ένας εντελώς γκόμπντο.

Λεξικό Δέντρο

gobdaw

gob

+

daw

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store