Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gobshite
01
αερολογάς, φλύαρος
a person who talks nonsense or engages in pointless, annoying chatter
Dialect
British
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
gobshites
Παραδείγματα
The pub was full of drunk gobshites arguing over football.
Το παμπ ήταν γεμάτο με μεθυσμένους gobshites που διαφωνούσαν για το ποδόσφαιρο.
02
ηλίθιος, βλάκας
a person with very poor judgment and an unpleasant personality
Dialect
British
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The driver who caused the accident was a reckless gobshite.
Ο οδηγός που προκάλεσε το ατύχημα ήταν ένας απερίσκεπτος gobshite.
03
ανοησίες, ασυναρτησίες
speech or writing that is untrue, meaningless, or unwelcome
Dialect
British
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
The meeting was two hours of management gobshite.
Η συνάντηση ήταν δύο ώρες ανοησίες της διοίκησης.
Λεξικό Δέντρο
gobshite
gob
shite



























