Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flute around
01
σπαταλώ χρόνο, χαζεύω
(Irish) to waste time; idle or dawdle
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
flute
ενεστώτας
flute around
γ΄ ενικό πρόσωπο
flutes around
ενεστώτα μετοχή
fluting around
απλός αόριστος
fluted around
παθητική μετοχή
fluted around
Παραδείγματα
Stop fluting around and get your homework done.
Σταμάτα να χαζεύεις και κάνε τα μαθήματά σου.



























