to feck
Pronunciation
/ˈfɛk/

Ορισμός και σημασία του "feck"στα αγγλικά

to feck
01

κλέβω, αρπάζω

(Irish) to steal or take something without permission
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feck
γ΄ ενικό πρόσωπο
fecks
ενεστώτα μετοχή
fecking
απλός αόριστος
fecked
παθητική μετοχή
fecked
Παραδείγματα
He got caught fecking a pen from the office.
Τον έπιασαν να βουτάει ένα στυλό από το γραφείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store