Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feck
01
κλέβω, αρπάζω
(Irish) to steal or take something without permission
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feck
γ΄ ενικό πρόσωπο
fecks
ενεστώτα μετοχή
fecking
απλός αόριστος
fecked
παθητική μετοχή
fecked
Παραδείγματα
He fecked a candy bar from the shop.
Έκλεψε μια σοκολάτα από το μαγαζί.



























