to feck
feck
fɛk
fek
fleck

Ορισμός και σημασία του "feck"στα αγγλικά

to feck
01

κλέβω, αρπάζω

(Irish) to steal or take something without permission 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feck
γ΄ ενικό πρόσωπο
fecks
ενεστώτα μετοχή
fecking
απλός αόριστος
fecked
παθητική μετοχή
fecked
Παραδείγματα
He fecked a candy bar from the shop. 

Έκλεψε μια σοκολάτα από το μαγαζί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store