Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feck
01
κλέβω, αρπάζω
(Irish) to steal or take something without permission
Slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feck
γ΄ ενικό πρόσωπο
fecks
ενεστώτα μετοχή
fecking
απλός αόριστος
fecked
παθητική μετοχή
fecked
Παραδείγματα
He got caught fecking a pen from the office.
Τον έπιασαν να φέκει ένα στυλό από το γραφείο.



























